| |
Απόδραση στη Μεσσηνία
Ο Δήμος Πεταλιδίου, ο οποίος βρίσκεται στη δυτική ακτή του Μεσσηνιακού Κόλπου, συνδυάζει βουνό και θάλασσα με ένα μοναδικό και ξεχωριστό τρόπο. Το Πεταλίδι σήμερα, διαθέτοντας σύγχρονες υποδομές, έχει εξελιχθεί σε τουριστικό προορισμό για Έλληνες και ξένους επισκέπτες.
Η πρώτη πηγή που αναφέρεται στο χώρο όπου τα νεότερα χρόνια ιδρύθηκε το Πεταλίδι είναι η Ομηρική Ιλιάδα. Μεταφρ. «επτά δε οι δώσω ευ ναιόμενα πτολίεθρα Καρδαμύλην ενόπην τε και ιρήν ποιήεσαν φηράς τε ζαθέας ηδ’ανθειαν βαθύλειμον καλήν τε αίπειαν και πήδασον αμπελλόεσαν»
Συγκεκριμένα αναφέρεται η Αίπεια ως μια από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνονας έδωσε προίκα στον Αχιλλέα προκειμένου να παντρευτεί μία από τις τρεις κόρες του. Την ονομάζει μάλιστα «καλήν» δηλαδή όμορφη. Αναφέρει ότι είναι κοντά στη θάλασσα και ότι οι άνθρωποι έχουν πολλά αρνιά και βόδια. Ο Παυσανίας που επισκέφτηκε την περιοχή το 150 μ.Χ. ταυτίζει την Ομηρική Αίπεια με το σημερινό Πεταλίδι. Τον 4ο αιώνα π.Χ., οι Θηβαίοι, κυρίαρχη δύναμη στον ελληνικό χώρο, κατεβαίνοντας νότια ίδρυσαν το 369 π.Χ. την αρχαία Μεσσήνη, με σκοπό να την κάνουν πρωτεύουσα του Μεσσηνιακού κράτους, και λίγα χρόνια αργότερα την Κορώνη, στην περιοχή του σημερινού Πεταλιδίου, την οποία θα χρησιμοποιούσαν ως λιμάνι. Ιδρυτής της Κορώνης ήταν ο Θηβαίος Επιμηλίδης από την Κορώνεια της Βοιωτίας. Κατά μία παράδοση,η πόλη πήρε από αυτή το όνομά της. Το μέχρι πότε διατηρήθηκε η Αρχαία Κορώνη, δε μπορούμε να το γνωρίζουμε με ακρίβεια. Στα ευρήματα, πάντως, συμπεριλαμβάνονται παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα και θωράκια από τα οποία συμπεραίνεται ότι υπήρχε χριστιανική κοινότητα τον 4ο αιώνα μ.Χ. Το ίδιο αποδεικνύει και το ότι η πόλη ήταν έδρα επισκόπου. Στην Γ’ οικουμενική σύνοδο της Εφέσου, το 431 μΧ., πήρε μέρος και ο επίσκοπος Κορώνης Αγαθοκλής. Έτσι, βεβαιώνεται ζωή της πόλης 8-9 αιώνων. Οι κάτοικοι, όταν εγκατέλειψαν την πόλη τους, πιθανόν λόγω τη πειρατείας, μετοίκησαν σε πιο ασφαλή θέση, σημερινή Κορώνη, που τότε ονομαζόταν Ασίνη. Η πόλη εκτεινόταν από το λόφο που βρισκόταν η Ακρόπολη και όπου, σήμερα υπάρχει τμήμα του Αρχαίου τείχους ως την παραλία, γεγονός που μαρτυρεί η εύρεση πολλών αρχαιολογικών λειψάνων. Αναθήματα, κιονόκρανα, στήλες, σαρκοφάγοι, γλυπτά. Η συλλογή του μουσείου μαρτυρά μια πόλη με έντονη εμπορική κίνηση και αρκετό πλούτο. Ο Παυσανίας γράφει ότι η Κορώνη είναι πόλη στα δεξιά του Παμίσου, παραθαλάσσια και κάτω από το βουνό Μαθία (Λυκόδημος). Συνεχίζοντας, ο αρχαίος περιηγητής, αναφέρει ότι, όταν οι Θηβαίοι έχτισαν την πόλη, έφεραν από τη Βοιωτία τους εκπατρισμένους, λόγω των μεσσηνιακών πολέμων, μεσσήνιους και ότι σκάβοντας τα θεμέλεια τείχους, βρήκαν μια χάλκινη κορώνη, δηλαδή κουρούνα. Αυτή είναι μια άλλη εκδοχή για την προέλευση του ονόματος. Είδε ακόμη, ναό της Αρτέμιδος, του Διονύσου και του Ασκληπιού, στην ακρόπολη άγαλμα της Αθηνάς που στο χέρι κρατούσε κουρούνα και στην αγορά αγάλματα του Ασκληπιού, του Διονύσου και του Δία. Όπως αναφέρει ο Παυσανίας : «Είδα και τάφο του Επιμηλίδη. Για ποιο λόγο το ονομάζουν των Αχαιών, δε ξέρω» Η ακμή της πόλης συνεχίστηκε και στα ρωμαϊκά χρόνια στα οποία ανήκουν πολλά ευρήματα, όπως το τείχος πάνω από το Γυμνάσιο και η ρωμαϊκή έπαυλη στους Φόρους, μια περιοχή κοντά στο ποτάμι του Τζάνε, λίγο πριν την είσοδο του σημερινού Πεταλιδίου, όπου έφτανε το περιφερειακό τείχος της αρχαίας πόλης. Στο χώρο αυτό υπήρχε μια ρωμαϊκή έπαυλη με δικό της λουτρό, το οποίο αποτελούνταν από τρεις χώρους. Έναν για το ψυχρό νερό, έναν για το χλιαρό και έναν για το ζεστό. Στον εξωτερικό χώρο υπήρχαν λουτήρες και ένα ψηφιδωτό με διάκοσμο εμπνευσμένο από τη φύση. Κατά την ανασκαφή βρέθηκαν λυχνάρια, νομίσματα, γυάλινα αγγεία, πόρπες με χάραξη και κεραμικά. Το κτίσμα είχε αρκετό ύψος και τα ευρήματα μαρτυρούν ότι στους χώρους του λουτρού υπήρχε ορθομαρμάρωση. Υπάρχει ένα ακόμα κτίριο του οποίου τη χρήση αγνοούμε. Το συγκρότημα κτιρίων χρονολογείται μεταξύ του 200 και του 600 μ.Χ. Τέτοια κτίρια πιθανολογείται ότι υπάρχουν και κάτω από τον οικισμό του σημερινού Πεταλιδίου. Της ίδιας περιόδου είναι και το τείχος που υπάρχει πάνω από το Γυμνάσιο που αποτελεί τμήμα ρωμαϊκού λουτρού υστερορωμαϊκής περιόδου. Ανάμεσα στα χωριά Ριζόμυλος και Καρποφόρα, στην περιοχή Νιχώρια, βρίσκεται ο θολωτός Μυκηναϊκός τάφος. Η ανασκαφή του τάφου έγινε το 1970 από το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Στη δυτική άκρη του λόφου, εκτός από το Θολωτό τάφο, αποκαλύφθηκαν τάφοι γεωμετρικής εποχής, 11ου - 8ου αιώνα π.Χ. και στην κορυφή του λόφου χτίσματα πρωτοελλαδικής περιόδου της τρίτης χιλιετίας π.Χ. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι εκεί άκμαζε μηκυναϊκό κέντρο, με έδρα βασιλιά ο οποίος εξουσίαζε ολόκληρη την κοιλάδα του Παμίσου. Στο θολωτό τάφο ο οποίος χρονολογείται μεταξύ του 1400-1200 π.Χ., βρέθηκαν χάλκινα κτερίσματα, συνοδευτικά αντικείμενα των νεκρών, τα οποία ήταν συμπιεσμένα, είτε για να δοθεί μία συμβολική σημασία, είτε γιατί υπήρχε η ανάγκη να χωρέσουν πολλά αντικείμενα, μια και ο τάφος αυτός χρησιμοποιήθηκε για διαδοχικές ταφές μέχρι και τα ιστορικά χρόνια. Στον τάφο αυτό βρέθηκε και μια μεταλλική ζυγαριά που, κατά την άποψη των αρχαιολόγων, είχε συμβολική σημασία και αποτελούσε ζυγό ψυχοστασίας, με τον οποίο οι κριτές του Άδη ζύγιζαν τις ψυχές των νεκρών με κριτήριο την καλοσύνη και τη δικαιοσύνη τους. Βρέθηκαν ακόμα αρκετά χρυσά αντικείμενα όπως κοσμήματα, επιράμματα, επιμήλια χρυσά αντικείμενα, που κοσμούσαν τις απολήξεις των ξιφών. Τα ευρήματα αυτά μαρτυρούν ότι ο τάφος αυτός ανήκε σε αριστοκρατικές γενεές. Το σίγουρο όμως είναι ότι είχαν επιλέξει μία από τις ομορφότερες περιοχές. Για αιώνες ο τόπος ερημώνεται και δύσκολα μπορεί κάποιος να βρει στοιχεία.
Το 1828, ο Γάλλος στρατηγός Μαιζών, διάλεξε τον όρμο του Πεταλιδίου για να αποβιβαστεί και να εκκαθαρίσει την Πελοπόννησο από τους Αιγύπτιους του Ιμπραήμ. Ένας Γάλλος, της στρατιάς του Μαιζών, αναφέρει σε επιστολή του (με ημερομηνία 24 Σεπτεμβρίου 1828) : «Η μεραρχία πήρε θέση στην παραλία του Πεταλιδίου, ένα αρχαίο χωριό που, στην τοποθεσία του βρίσκει κανείς πια μόνο καλύβες από κλαριά οι οποίες κατοικούνται από κεραμοποιούς που κατασκευάζουν κεραμίδια. Απέχουμε τέσσερις λεύγες από κάθε κατοικία.».
Ο Κολοκοτρώνης, στα απομνημονεύματά του γράφει: «Τον Μάϊο μήνα, έφτασαν και τα στρατεύματα τα γαλλικά, με στρατηγό το Μαιζών και με όλην την ύλην την πολεμικήν… και το στράτευμα όλο το είχε βγαλμένο εις το Πεταλίδι έξω εις την ξηράν.» και ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας δήλωνε τότε: «Εις τον ορμόν του Πεταλιδίου, έλαβε η Ελλάς νέαν περί του μέλλοντος εγγύησιν.» Την άλλη χρονιά, το 1829, “ήρθε” στο Πεταλίδι μια γαλλική επιστημονική αποστολή και στο πολύτομό της έργο αναφέρει μεταξύ άλλων: «..ύστερα φτάνει κανείς στο Πεταλίδι. Αυτό δεν είναι καθόλου ένα χωριό, αλλά ένα απλό χάνι στη θέση ενός αρχαίου λουτρού». Στην έκθεση της Γαλλικής αποστολής υπάρχει ένας πολύτιμος κατάλογος των χωριών της περιοχής, όπου αναφέρονται το Χαϊκάλι, του Μπαλή, τα Καστάνια, το Πολυστάρι, του Πέρα, το Πανιπέρι, το Καρακασίλι, η Τρύπη, του Λεύκα, του Δράγκα, του Γαμβριά, του Λυκίσσα, του Σούμπαλη, το Ρομύρι και του Κόκκινου. Το Πεταλίδι απουσιάζει από τον κατάλογο, αφού δεν υπήρχε ως χωριό.
Το συμπέρασμα λοιπόν, είναι πως πριν από το 1830 και για πολλούς αιώνες, ο τόπος αυτός ήταν ακατοίκητος, αλλά είχε το όνομα Πεταλίδι, μάλλον λόγω του πεταλοειδούς σχήματος της ακτής.
Η ιστορία της ίδρυσης του χωριού, σύμφωνα με τη μελέτη του Δικαίου Βαγιακάκου έχει ως εξής: Ο Καποδίστριας αποσκοπώντας στην αμοιβή των αγωνιστών της επανάστασης αποφάσισε τη διανομή σ’αυτούς γης από τα λεγόμενα εθνικά κτήματα. Μεταξύ των αγωνιστών ήταν και ο πρώτος εξάδελφος του Πετρόμπεη, Πιέρρος Μαυρομιχάλης, στον οποίο διατέθηκε τότε η περιοχή του Πεταλιδίου. Όμως, λόγω αντίδρασης της δημογεροντίας της Κορώνης, με το επιχείρημα ότι ο χώρος δεν επαρκούσε ούτε για τους ντόπιους, ο χώρος δεν δόθηκε τότε. Ο Πιέρρος Μαυρομιχάλης και ο γιος του Νικόλαος δεν έπαψαν με αναφορές να απαιτούν την έκταση που τους παραχωρήθηκε. Μετά από συνεχή αλληλογραφία με τις αρμόδιες αρχές και επί Βαυάρων πλέον, ο Νικόλαος Πιερράκος Μαυρομιχάλης πέτυχε το στόχο του, δηλαδή την εγκατάσταση Μανιατών στην περιοχή του Πεταλιδίου, μετά την έκδοση του βασιλικού διατάγματος της 23ης Ιουνίου 1834. Το πολεοδομικό σχέδιο του Πεταλιδίου έγινε από τους Βαυαρούς, Κόλμαν και Στράους. Η οικοδόμηση των οικιών άρχισε το 1835 με κρατική βοήθεια. Η εφημερίδα του Ναυπλίου «Αναγεννηθείσα Ελλάς» γράφει: «Νέα βοηθήματα χρηματικά δόθηκαν εις τους εν Πεταλίδι συνοικιζομένους Σπαρτιάτας. Περισσότεραι των 200 οικογενειών Σπαρτιατών απεσύρθησαν από τους βράχους της Λακωνίας εις τας ευφόρους πεδιάδαςτου Πεταλιδίου. Πλέον των 120 οικιών οικοδομήθησαν εκεί και εντός ολίγου πόλις μικρά ανειγέρεται». Πρώτος δήμαρχος του Πεταλιδίου, το 1844, ήταν ο αδελφός του Νικολάου Πιερράκου, Δημήτριος, ο οποίος αργότερα εξελέγη και βουλευτής. Σύμφωνα με την εφημερίδα της Σμύρνης, ο συνοικισμός των Μανιατών, το 1850, αποτελούνταν από 80 οικογένειες.
Το 1864 ιδρύεται γεωργικό σχολείο αλλά και αλληλοδιδακτικό, που δέχεται και παιδιά από τα περίχωρα και αργότερα ιδρύεται σχολαρχείο. Η πόλη, σιγά σιγά, αναπτύσσεται σε μια σημαντική αγορά και διδακτήριο της ευρύτερης περιοχής.
Μέσα σε λίγα χρόνια, το Πεταλίδι εξελίχτηκε σε μια σημαντική εμπορική περιοχή που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Οι κάτοικοί του, ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, την αλιεία και την κτηνοτροφία αλλά και το εμπόριο με ποικίλα ενδιαφέροντα. Σύμφωνα με τον οδηγό της Ελλάδος των αρχών του αιώνα, το Πεταλίδι έχει 1861 κατοίκους, είναι έδρα ταχυδρομείου, τηλεγραφείου, ειρηνοδικείου, αστυνομίας και τελωνείου, που μαρτυρά τη μεγάλη εμπορική κίνηση. Σιγά σιγά, τα γύρω χωριά άρχισαν να συρρικνώνονται και οι κάτοικοί τους εγκαθίστανται στο Πεταλίδι, το οποίο εξελίσσεται σε μια μεγάλη κωμόπολη. Σημαντική δραστηριότητα ήταν η καλλιέργεια και εμπορία, μέσω θαλάσσης, σύκων και σταφίδας, που λόγω ποιότητας ήταν περιζήτητη. Στην περιοχή έφτανε η παραγωγή σύκων και σταφίδας και από τις γύρω περιοχές και μέσω θαλάσσης γινόταν η εξαγωγή των προϊόντων σε χώρες του εξωτερικού. Στο λιμάνι υπήρχαν οι αποθήκες της οικογένειας Μαργέλη, μπροστά στις οποίες είχε φτιαχτεί, μέσα στη θάλασσα η λεγόμενη «σκάλα του Μαργέλη», πάνω στην οποία υπήρχε βαγονάκι που μετέφερε τα προϊόντα στις μαούνες και από εκεί στα βαπόρια που βρίσκονταν στα ανοιχτά.
Στα μεταπολεμικά χρόνια, η δραστηριότητα αυτή σταμάτησε και η διακίνηση των προϊόντων γινόταν οδικώς. Οι κάτοικοι συνέχισαν να ασχολούνται με τη γεωργία, κτηνοτροφία αλλά και την αλιεία που πλέον αποτελεί παράδοση ακόμα και στις μέρες μας. Παράλληλα αναπτύσσεται και ο τομέας των υπηρεσιών με κύριο τον τομέα του τουρισμού, λόγω της θέσης του και της φυσικής του ομορφιάς. .
|
|